Του Γ.Π.
Ασύλληπτος θα παραμένει πάντοτε για τον άνθρωπο η στιγμή της δημιουργίας. Παρά ταύτα η ίδια η δημιουργία αποκαλύπτει τον εαυτόν της. Όπως εκείνος που βαδίζει στο περίχειλο υψηλού γκρεμού κάτω στο οποίο υπάρχει μεγάλη χαράδρα και αφήνει τη φωνή του να πλανηθεί. Εκείνη αφού διανύσει το διάστημα επιστρέφει ελαφρά αλλοιωμένη αναγγέλλοντας για την ύπαρξη της. Ως μόνος τρόπος προσέγγισης του μυστηρίου.
Πριν από αρκετές δεκαετίες η πώληση του Λαχείου Συντακτών εγέμιζε ελπίδα τον κάθε πολίτη γιατί πίστευε ότι σε μια και μόνη στιγμή μπορεί η ζωή του να αλλάξει. Το καλύβι του να γίνει παλατάκι και το ξερό ψωμί του τραπεζιού του λουκούλλειο γεύμα. Για τούτο η κλήρωσης εγίνετο πάντα την Πρωτοχρονιά θεαματικά μπροστά στις κάμερες. Εστήνετο ο κατάλληλος μηχανισμός, ένας γυάλινος γλόμπος μέσα στον οποίο ήταν μικρά σφαιρίδια με σφραγισμένο τον αριθμό του επάνω. Ένας μοχλός έθετε σε κίνηση το μηχάνημα και τα σφαιρίδια επεδίδοντο σε ένα γοητευτικό χορό όμοιο με ‘κείνο της σταχτοπούτας του παραμυθιού για να βγουν ρυθμικά έως ότου να σχηματιστεί ο προσδοκώμενος αριθμός του τυχερού. Κάπως έτσι περιήλθε σε μας ανεξήγητα και ανερμήνευτα η περιγραφή του σύμπαντος. Πηγές πληροφόρησης, η αρχαία θρησκευτική ποίηση, ο παλαιός φιλοσοφικός στοχασμός, ο επιστημονικός λόγος, το ψυχολογικό αίσθημα και υπεράνω όλων η άφθαστη λαϊκή παράδοση.
Αναμοχλεύοντας τα θρησκευτικά κείμενα και αφού αφαιρέσουμε από αυτά τον προσωπικό χαρακτήρα διαπιστώνουμε ένα ολοζώντανο κόσμο: Τα βουνά να τρέμουν ή να μετακινούνται και να έρχονται κοντά μας ως άνθρωποι, η θάλασσα να ανοίγει τα νερά της ως η μάνα την αγκαλιά της , η πέτρα να αναβλύζει το γευστικό νερό για να ποτίζει τον διψασμένο οδοιπόρο ως το γάλα της λύκαινας τον Ρωμύλο και τον Ρέμο. Η πελώρια κολοκυθιά στην αμμουδερή ακτή ως ολοζώντανη φωνή μαρτυρίας. Ο ήλιος και η σελήνη ως αφοσιωμένοι υπηρέτες και φύλακες του σύμπαντος. «Στήτω ήλιος κατά Γαβαόν και η σελήνη κατά φάραγγα ελών». Από την άλλη μεριά η φιλοσοφική σκέψη ως αυτή κυλίστηκε στα νερά του Νείλου, στη πυρωμένη ακτή της Μέμφιδος, στο ορμητικό ρεύμα του Ευφράτη, του Ινδού και του Γάγγη μας παρουσιάζει την όλη δημιουργία ως μια απέραντη αμοιβάδα που διαρκώς αλλάζει μορφή και σχήμα κάτω από ορισμένες συνθήκες. Δόγμα της η μετεμψύχωση που στους μεταγενέστερους χρόνους θα πάρει την μορφή του πανθεϊσμού του Σπινόζα: Κτυπάς την πέτρα και σπιθίζει από αγανάκτηση, κόβεις το ξύλο ή το κλαδί και τρύζει ή δακρύζει από πόνο.
Της επιστήμης αφετηρία ήταν πάντοτε το ενιαίο και αείζω του σύμπαντος. Επ’ αυτού και οι πειραματισμοί της, με θεαματικά τα αποτελέσματα: Κβαντομηχανική, διάσπαση ατόμου, διάσπαση του πύρινα με ύπαρξη ενέργειας και ζωής και στο πιο μικρό κομματάκι της φερόμενης ύλης. Παράλληλα εξελίχτηκε η Δαρβίνειος θεωρεία με όχι τόσο πειστικά αποτελέσματα. Το αποκορύφωμα της υπήρξε το κύτταρο του προβάτου που μέσα στα επιστημονικά εργαστήρια έγινε ένα ολόχαρο αρνάκι – Ντόλι – το είπαν. Και έδωσε την ευκαιρία στο καυχησιάρη επιστήμονα να ονοματίσει τον εαυτόν του θεό – τόσο ανεγκέφαλα και αστόχαστα -. Για την επιστήμη ο αέρας που αναπνέομεν είναι οι ζωντανές φωνές του παρελθόντος που περιμένουν την αποκρυπτογράφηση τους .
Το δε ψυχολογικό αίσθημα έρχεται πρακτικά να επιβεβαιώσει την παραπάνω έννοια. Γεμίζεις την αγκαλιά σου φρούτα, κάθεσαι στο πεζούλι και τα απολαμβάνεις μαζί με κρύο νερό και δροσερό αέρα. Μαδάς την παπαρούνα και κουβεντιάζεις μαζί της. Χαδεύεις το ζώο και διαλέγεσαι μαζί του. Και με όλα τούτα αισθάνεσαι ότι είστε μια παρέα με διαφορετική μορφή και προορισμό. Τα νιώθεις τόσο κοντά σου, ώστε ούτε εσύ να κάνεις χωρίς αυτά ούτε εκείνα χωρίς εσένα. Τα λεγόμενα παρατηρήματα που ευρύτατα κινούνται όχι μόνο στις λαϊκές βάσης άλλα και στην ανώτερη κοινωνία αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία: Σε τρώει το χέρι σου, χρήματα θα πάρεις και συμβαίνει. Ξεπετάει το μάτι σου, κάποιο θα δεις και γίνεται. Σε όραμα βλέπεις τη μορφή γνωστού σου προσώπου που βρίσκεται πολύ μακριά από σένα και ξαφνικά λαμβάνεις μήνυμα απ’ αυτόν. Όπως επίσης η εμφάνιση του κομήτη, το κοκκίνισμα του ήλιου ως το χρώμα του αίματος του ανθρώπου – παρά την επιστημονική εξήγηση – προλέγουν γεγονότα που πραγματοποιούνται. Την παραμονή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τα φύλλα των δένδρων, ιδιαίτερα της αμυγδαλιάς, είχαν μια χλομάδα πάνω στα οποία διακρίνετο χάραγμα προσώπου, σαν προειδοποίηση παγκόσμιου γεγονότος. Ο κόσμος τρομοκρατημένος φώναζε μεγάλο κακό μας περιμένει. Και ακολούθησε η κήρυξη του πολέμου. Όλα τα ανωτέρω μαζί με το δάκρυ της εικόνας, το όνειρο, το όραμα, η φαντασία και η οπτασία αποτελούν μαρτυρολόγιο της ζωντανότητος του παντός.
Περισσότερο όμως ζωντανεύει το γεγονός το γλαφυρό λαϊκό παραμύθι, με κορυφαίο παραμυθά τον αξεπέραστο Αίσωπο, του οποίου το ύφος την απλότητα και τη χάρη δεν μπορεί να την πλησιάσει ούτε η ευαισθησία του Πικάσο και Λίτρα, ούτε ο δυναμισμός του Ουγκώ, ούτε ο στοχασμός του Ντοστογιέφσκι, ούτε το λογοτεχνικό ύφος του Ρενάν. Γι’ αυτό και θα παραμένει πάντοτε ο ανυπέρβλητος χρηστολόγος της ανθρώπινης κοινωνίας. Τι κρίμα αλήθεια που ο σύγχρονος άνθρωπος δεν διαβάζει παραμύθια, αλλά αρέσκεται να ακροάζεται κάθε πιθηκισμό του πεζοδρομίου « ως ηχός χαλκών και κύμβαλον αλαλάζων». Επιλεκτικά μόνο, θα ανασύρομε λίγα, όχι για γνώση, άλλα για διδαχή.
Ο αετός και η αλεπού συμφώνησαν να ζήσουν σαν καλοί γειτόνοι. Ένα μεγάλο δέντρο και ο περίγυρος του ήταν η ρούγα τους. Στην κορφή του δέντρου να έχει τη φωλιά του ο αετός και να επιβλέπει και εις τη ρίζα το καλύβι η αλεπού για να προστατεύει από χαμηλά. Όσο ετηρείτο η συμφωνία τα πράγματα πήγαιναν καλά. Ξάφνου όμως ήρθε ο χειμώνας. Πείνασε ο αετός. Ξέχασε την συμφωνία. Και καταβρόχθισε τα νεογνά της γειτόνισσας και η εκδίκηση δεν άργησε να έρθει. Ψησταριά είχαν στήσει οι χωρικοί, το κρέας μοσχοβολούσε, ορμά ο αετός και κατά καίεται. «Γιατί πάσα παράβαση…. λαμβάνει την ένδικο μισθαποδοσία». Μήπως το αυτό δεν συμβαίνει και στην ανθρώπινη κοινωνία όταν δεν τηρούνται τα συμπεφωνημένα;
Αλλά ας δώσομε αναλυτικότερα μια διήγηση από την γνήσια κρητική λαϊκή παράδοση: Ένας περιπλανώμενος βοσκός έστεξε το μητοκαθισμά του στα ριζά βουνού. Με καθιστικό του ένα πελώριο πρίνο. Άφθονο το γάλα, νόστιμο το τυρί. Ξετρελαμένα τα τρωκτικά ορμούσαν τη νύχτα και δεν του άφηναν μπουκιά. Ένα πρωί καθισμένος στη ρίζα του πρίνου ήταν λυπημένος. Ξάφνου την ώρα εκείνη παρουσιάζεται μπροστά του ο συντοπίτης του ο όφης.
Φ.: Ώρα καλή σύντεκνε, στενοχωρημένο σε βλέπω ήτα τρέχει;
Τ.: Άστα βρε γείτονα να ιδρώνω, να ματώνουν τα χέρια και τα πόδια μου, να βγάλω ένα κομμάτι ψωμί, το νιώθω. Μα να τυροκομώ ούλη μέρα και το βράδυ να μπαίνουν τα τρωκτικά και να μην αφήνουν μπουκιά, παρά είναι ανάθεμα.
Φ.: Ετουτονά σε βασανίζει; Άστο σε μένα κι δουλειά θα φτιάξει.
Τ.: Το πράγμα είναι σοβαρό , τα λόγια σου με ενθαρρύνουν μα πρέπει να κάνουμε συμφωνία.
Φ. : Να κάνομε μαθές.
Τ.: Ξεφυτά δυο μεγάλα φύλλα ασκελετούρας τα βάζει πάνω στη πλακούρα. Καθαρίζει και ένα απούρανο από τα βελάνια και τις τσίτες -τέλειο κονδυλοφόρο τον κάνει- το βουτά στο λαβέτσι με το γάλα και το κείμενο της γραφής αρχίζει: Εγώ ο ξορισμένος τυροκόμος μαζί με τον επάρατο όφη συμφωνούμε τα ακόλουθα. Να γεμίζω το γούργουθα που είναι πάνω στο βόλακα με γάλα και αποσπέρας νάρχετε ο όφης να το πίνει και όλη νύχτα να μου φυλά το μητάτο.
Ετσά και έγινε. Πάντα ταύτα συνέβησαν τον καιρό εκείνο από κτήσεως κόσμου και εν «ενέτεση» 5550.
Υπογραφές
Υστερόγραφο: Η τήρηση της παρούσας συμφωνίας επαφίεται στο λόγο τιμής των συμβαλλομένων.
Μονογραφές και Σφραγίδα.
Η Συμφωνία ετηρήθηκε απόλυτα. Τρωκτικό δεν ξαναμπήκε στο μητάτο η αγορά πλημύρισε από το τυρί, ο κόσμος έτρεχε και το αγόραζε για νοστιμιά του. Έμαθε και για τη συμφωνία. Την αναδιηγούντο στις παρέες των και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Από τότεσάς το «λόγο τιμής» έγινε παράδοση στη Κρήτη, γνώρισμα κάθε Κρητικού ως απαραβίαστο συμβόλαιο τιμής, υπόσχεσης και υποχρέωσης.
Ο κόσμος των φυτών είναι μια ζωντανή οικογένεια γι’ αυτό και η αρχαιότητα τα ονομάζει οζά μεταξύ τους κάνουν κρυφοκουβέντες. Και μόλις ως υποψία μπορούμε να τις καταλάβουμε. Ανάμεσα στα φυτά τα πιο αδύναμα είναι τα αναρριχόμενα γιατί έχουν ανάγκη σταθερό στήριγμα. Τότε φιλικά απλώνουν τους έλικες τους και αγκαλιάζουν τα κλαδιά του δέντρου ζητώντας τη βοήθεια του και κείνο συμφωνεί. Έτσι η φιλική συμπόρευση του αδύνατου με του ισχυρού αποτελεί την ομορφότερη πορεία ζωής. Σε αντίθεση βρίσκεται ο άνθρωπος. Ιδού πώς ο ποιητής τον περιγραφεί : «δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα σε ξένα αναστηλώματα βαλμένο, θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου και ας είμαι ένα μικρό καντήλι». Ο άνθρωπος κλεισμένος στο καβούκι του μέσα στον εγωισμό του δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει παρά μόνο τον εαυτό του. Δίκαια χαρακτηρίστηκε το μεγάλο λάθος του σύμπαντος για τούτο είναι ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος να μπει μέσα στην αρμονία της όλης δημιουργίας και μέσα εδώ να ανακαλύψει το αληθινό νόημα της παγκοσμιοποίησης να αναπτύξει και να καλλιεργήσει τον εαυτό του ώστε να είναι πράγματι και να φαίνεται η κορωνίδα της δημιουργίας του σύμπαντος.
Το παραλήρημα όμως τουτο του νου ξεχείλισε και πρέπει να το αναμαζόξομε με μια εικόνα –παρομοίωση «όμοια εστί» η απεραντοσύνη με σκάφη ζυμωτού. Τοιχώματα της το χάος και η άβυσσος και το φύραμα συνεχώς να αναβράζει. Δυο είναι τα χεριά που το ζυμώνουνε η ασέβεια που είναι η αιτία όλων των γεωφυσικών μεταβολών και των κοινωνικών αναστατώσεων και η αρετή που εξωραΐζει και όμορφα πλάθει το φύραμα και ως άσβεστος τηλαυγής φάρος φωτίζει το σκάφος του σύμπαντος ώστε να έχει ένα όμορφο διάπλου πάνω στα γαλανά και ήρεμα νερά της θάλασσας της απεραντοσύνης.
Μα θαρρώ πολλά τα είπαμε και ετσά ‘νε γι’ αυτό και σώνει.