Η μυθολογία και η νομισματική εικονογραφία του κρητικού σκύλου

stef_2

Η εικόνα του κρητικού κυνηγόσκυλου, όπως αυτό διασώζεται μέχρι και σήμερα (βλ. Κρητικό Πανόραμα, τεύχος 10) μας είναι γνωστή ήδη από τη Μινωική εποχή, καθώς ο κρητικός σκύλος αποτυπώνεται πάνω σε μινωικές σφραγίδες και σφραγιστικά δακτυλίδια (εικ. 1-3).

Αν και είναι άγνωστο από πού έλκει τις ρίζες του, ο κρητικός σκύλος απόκτησε παρελθόν την εποχή κατά την οποία άρχισε να διαμορφώνεται ο μύθος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Έτσι όλα φαίνεται να ξεκίνησαν από τον καιρό της γέννησης του Δία, όταν η τροφός του στο Ιδαίον Άντρον, η αίγα Αμάλθεια, είχε ανάγκη προστασίας, καθήκον το οποίο ανέλαβε ένας ιερός χρυσός σκύλος, ο οποίος δεν επέτρεπε σε κανένα να πλησιάσει το ιερό σπήλαιο, έργο και δώρο του Ηφαίστου στο νεογέννητο.

Μετά τη νίκη των Θεών επί των Γιγάντων και των Τιτάνων και πριν ο Δίας πάρει το δρόμο του για τον Όλυμπο, όρισε το ίδιο σκύλο φύλακα του ιερού του στο νησί. Το σκύλο αυτό έκλεψε, λίγο αργότερα, ο Πανδάρεος και τον πήγε στο Σίπυλον Όρος, στη Μ. Ασία, όπου τον εμπιστεύτηκε στον Τάνταλο να τον κρύψει στο παλάτι του, καθώς θεοί και δαίμονες έψαχναν τον κλέφτη. Όταν αργότερα γύρισε για να τον ζητήσει, ο Τάνταλος, θέλοντας να τον κρατήσει για τον εαυτό του, αρνήθηκε ότι τον είχε παραλάβει ποτέ. Οι θεοί, όμως, που γρήγορα ανακάλυψαν τους δύο κλέφτες, τους τιμώρησαν χωρίς οίκτο, τον μεν Πανδάρεω απολιθώνοντάς τον δε Τάνταλο καταδικάζοντάς τον σε αιώνια δίψα και πείνα.

Advertisement

Κατά μιαν άλλη εκδοχή του μύθου, αυτό το κυνηγόσκυλο ήταν το δεύτερο δώρο, μετά τον χάλκινο γίγαντα Τάλω, που έκανε ο Δίας στην ερωμένη του Ευρώπη (βλ. Κρητικό Πανόραμα, τεύχος 7). Μάλιστα το είχε προικίσει με το θεϊκό χάρισμα να μη χάνει ποτέ το θήραμά του, αλλά πάντα να συλλαμβάνει οτιδήποτε κυνηγούσε. Η Ευρώπη το παρέδωσε με τη σειρά της στον αγαπημένο γιό της, το Μίνωα, που του άρεσε το κυνήγι, εκείνος όμως αναγκάστηκε να τον δώσει ως αντάλλαγμα στην Αθηναία Πρόκριδα, η οποία τον θεράπευσε από την τρομερή αρρώστια-κατάρα που τον βάραινε: όταν ξάπλωνε με μια γυναίκα, έβγαιναν από το κορμί του ερπετά και κατέτρωγαν τη σύντροφό του.

Ο σκύλος πέρασε με τη σειρά του, με το όνομα «Λαίλαπα», στον Αθηναίο Κέφαλο, σύντροφο της Πρόκριδος. Όταν η τελευταία πέθανε, ατυχώς, από το χέρι του εραστή της, εκείνος εξορίστηκε στη Θήβα. Εκείνη την εποχή οι Θηβαίοι βασανίζονταν από μια θεϊκή κατάρα, καθώς μια αλεπού με το θεϊκό χάρισμα να μην μπορεί να τη φτάσει στο κυνήγι κανένα άλλο ζωντανό, είχε αποσταλεί από τους θεούς και κατάστρεφε τις καλλιέργειές τους. Για να την εξευμενίζουν οι Θηβαίοι ήταν υποχρεωμένοι να της προσφέρουν κάθε μήνα ένα παιδί για να το κατασπαράξει. Ο Κέφαλος πείστηκε να τους βοηθήσει στο κυνήγι της αλεπούς με τον κρητικό του σκύλο. Το κυνήγι όμως δεν είχε νόημα καθώς ο σκύλος δεν μπορούσε με τίποτε να χάσει το θήραμά του και η αλεπού με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να συλληφθεί. Μερόνυχτα έτρεχαν τα δύο ζώα μέσα στα δάση χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου ο Δίας τα λυπήθηκε και τα απάλλαξε από το μαρτύριό τους απολιθώνοντάς τα.

Ο μύθος του κρητικού σκύλου κρύβει καταρχάς την αγάπη των Κρητών για το κυνήγι αλλά και την υπερηφάνεια τους για τις ξεχωριστές ικανότητες της κρητικής κυνηγετικής ράτσας, που οι αρχαίοι συγγραφείς αποκαλούσαν «διάπονους», ακούραστους δηλαδή στο τρέξιμο, και «πάριππους», επειδή έτρεχαν με άνεση δίπλα στα γοργοπόδαρα άλογα. Τέτοιος μάλιστα ήταν ο σεβασμός τους προς το πιστό και ικανό αυτό ζώο, ώστε δε δίστασαν να το συνδέσουν απευθείας με τον μεγάλο θεό τους, τον Κρηταγενή Δία, την ασφάλεια του οποίου, όσο ήταν ακόμη βρέφος, είχε αναλάβει ένας σκύλος. Μάλιστα το επίθετο «Σκύλιος», που ο Δίας φέρει στη νότια-κεντρική Κρήτη, θεωρείται από ορισμένους μελετητές ως μια ακόμη ένδειξη της στενής σχέσης του με τα σκυλιά, αν και η πιθανότητα το επίθετο να αναφέρεται σε σκύλα (=λάφυρα -τρόπαια) –εν προκειμένω στο Δία «σκυλοφόρο» ή «τροπαιούχο»– είναι μάλλον ισχυρότερη.

Στη συνέχεια, στη δυτική Κρήτη τουλάχιστον, ο κρητικός σκύλος έγινε ο αχώριστος σύντροφος της μεγάλης τοπικής θεότητας Δίκτυννας, που, κατ’ αναλογία με την ελλαδική Άρτεμη, ήταν δεινή κυνηγέτιδα. Είναι άλλωστε γνωστό από τις αρχαίες πηγές, ότι πολλοί τέτοιοι σκύλοι φρουρούσαν και τον πλούσιο ναό της, το Δικτύνναιον, στις Μένιες της Σπάθας.

Σχετική με τον μύθο του Κέφαλου και το κυνήγι της αλεπούς είναι πιθανότατα η άποψη που εκφράζει ο σχολιαστής του Καλλιμάχου, ο οποίος ταυτίζει τον κρητικό σκύλο με την ράτσα των «κυνοσουριδών», λακωνική στην προέλευση. Δεν αποκλείεται ο μύθος του κυνηγιού της αλεπούς να τον επηρέασε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρήσει την κυνοσούριδα αποτέλεσμα συνεύρεσης σκύλου και αλεπούς. Έχει ωστόσο θεωρηθεί ότι τα κρητικά κυνηγόσκυλα μοιάζουν πολύ με τα λακωνικά, πράγμα που δεν πρέπει να μας ξενίζει, αφού κατά την αρχαιότητα οι σχέσεις της Κρήτης με την Πελοπόννησο ήταν ιδιαίτερα στενές. Τα χαρακτηριστικά της ράτσας είναι το μακρύ λεπτό και ευκίνητο κορμί, τα δυνατά πίσω πόδια, τα προεξέχοντα πλευρά, ανάβαθη αυλακιά που ξεχωρίζει τους μύες της κοιλιάς, η ελαφρά γυριστή ουρά και το μακρύ πρόσωπο με τα κοντά αυτιά.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η εμφάνιση του κρητικού σκύλου στα νομίσματα της Δυτικής Κρήτης, ενώ πολύ περιορισμένη είναι η εμφάνισή του σε νομίσματα του κεντρικού τμήματος του νησιού.

Κυδωνία

Ιδιαίτερη θέση φαίνεται να έχει ο κρητικός σκύλος, ως κυνηγόσκυλο-ιχνηλάτης, στη νομισματική τέχνη της Κυδωνίας, ως το αγαπημένο ζώο της Δίκτυννας, θεάς προστάτιδας του κυνηγιού.

Ένας κρητικός «ιχνηλάτης» συνοδεύει τον τοξότη-κυνηγό Κύδωνα (εικ. 4) στην οπίσθια όψη των στατήρων γύρω στο 300 π.Χ., την Δίκτυννα, με την ιδιότητά της ως Εκάτη Φιλοκύνηγο (εικ. 5), στην οπίσθια όψη των τετραδράχμων της Κυδωνίας, γύρω στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., ενώ πολύ συχνά αναπαρίσταται καθιστός ή να βαδίζει στην οπίσθια όψη των αργυρών τριημιωβολίων (εικ. 6) και των χάλκινων υποδιαιρέσεων (εικ. 7-8) της πόλης.

Έχει όμως ο κρητικός σκύλος στην Κυδωνία, άλλη μια ξεχωριστή ιδιότητα, η οποία μάλλον τον συνδέει με το πρώτο του καθήκον στην Κρήτη, εκείνο της φύλαξης του Δία στο Ιδαίον Άντρον, κατά τη βρεφική του ηλικία. Εμφανίζεται στην οπίσθια όψη των νομισμάτων της πόλης, γύρω στο 200 π.Χ., ως σκύλα-τροφός ενός βρέφους (εικ. 9), το οποίο από άλλους θεωρείται ως Δίας και από άλλους ως Κύδωνας, ο τοπικός ήρωας και ιδρυτής της πόλης.

Η εικόνα αυτή επιβιώνει και κατά τους αυτοκρατορικούς ρωμαϊκούς χρόνους στα νομίσματα της Κυδωνίας στις μικρές χάλκινες υποδιαιρέσεις του Αυγούστου, του Τιβερίου (εικ. 10), του Νέρωνα και του Τραϊανού. Είναι άλλωστε μια εικόνα οικεία για τους Ρωμαίους, αφού γι’ αυτούς η λύκαινα που θηλάζει τους διδύμους Ρωμύλο και Ρέμο (εικ. 11) είναι ήδη ένα μεγάλο σύμβολο για την Ρώμη.

Ελεύθερνα

Στις πρώιμες εκδόσεις της Ελεύθερνας, το κυνηγόσκυλο συνοδεύει τον Απόλλωνα στην εμπρόσθια όψη και την Άρτεμη στην οπίσθια όψη των νομισμάτων, στο κυνήγι τους στα δάση της Ίδας (εικ. 12).

Φαιστός

Στη Φαιστό το κρητικό κυνηγόσκυλο έχει τη δική του θέση στην εικονογραφία των νομισμάτων της πόλης.

Ο γίγαντας Τάλος, ένα από τα δύο δώρα του Δία στην Ευρώπη, ή κατά άλλο μύθο δώρο του Ηφαίστου ή του Δαιδάλου στο Μίνωα, ταυτίστηκε αργότερα με τον Δία, στον οποίο έδωσε και το επίθετο Ταλαίος, με τη λατρεία του να εγκαθιδρύεται στην Ίδη, καθώς και στις πόλεις της Δρήρου, της Λατού της Λύττου και της Ολούντος.

Στην οπίσθια όψη των νομισμάτων της Φαιστού, λίγο μετά το 300 π.Χ., ο Τάλος, φτερωτός και έτοιμος να εκσφενδονίσει έναν βράχο που κρατά στο υψωμένο δεξί του χέρι, συνοδεύεται συχνά από ένα σκύλο (εικ. 13), ενώ σε χάλκινες εκδόσεις της πόλης ο Τάλος και το λαγωνικό μοιράζονται τις δύο όψεις του νομίσματος (εικ. 14).

Τα νομίσματα της Φαιστού, αποτελούν μάλλον μια απευθείας αναφορά στα δώρα που ο Δίας έδωσε στην Ευρώπη για να την φυλάσσουν, τον χάλκινο γίγαντα και τον ιερό σκύλο, δυο, κατ’ επέκταση, ακούραστους φύλακες του νησιού της Κρήτης.

Ρωμαϊκοί χρόνοι -Κρητικό Κοινό

Και κατά τους αυτοκρατορικούς, ρωμαϊκούς, χρόνους ο σκύλος συνοδεύει την κυνηγέτιδα θεά, που αποκαλείται DIKTUNNA SEBASTH, στα χάλκινα νομίσματα του Δομιτιανού (εικ. 15) και του Αδριανού.

Στα χρόνια του Τραϊανού, τέλος, χρονολογείται και μια χάλκινη έκδοση του Κρητικού Κοινού, που παρουσιάζει το βρέφος Δία, καθισμένο σε μια σφαίρα με ένα σκύλο δίπλα του (εικ. 16), εικονογραφώντας και πάλι πτυχές του Ιδαίου μύθου, καθώς η σφαίρα αποτελεί αναφορά στο δώρο της τροφού του στην Ίδη, νύμφης Αδράστειας, η οποία έδωσε στο βρέφος Δία μια μεταλλική σφαίρα για να παίζει.

Βιβλιογραφία

A. Burnett, M. Amandry, P.P. Ripollès, Roman Provincial Coinage I. From the death of Caesar to the death of Vitellius (44 BC-AD 69), London-Paris 1992.

Corpus der Minoischen und Mykenischen Siegeln 1, Berlin 1964

O. Keller, Die Antike Tierwelt I, Hildesheim 1963

R.B. Seager, “A Cretan coin hoard”, Numismatic Notes and Monographs 1924

Μ.Ι.Stefanakis:StudiesinthecoinagesofCretewithparticularreferencetoKydonia, University of Londοn (Ph.D.) 1997.

J. Svoronos, Numismatique de la Créte ancienne, Mâcon, 1890.

G. Le Rider, Monnaies Crétoises du Ve au Ier siècle av. J-C, Ecole Française d’ Athènes, Études Crétoises 15, Paris, 1966.

N. Ψιλάκης, Κρητική Μυθολογία, Ηράκλειο 1996

Άρθρο του Δρ. Μανόλη Ι. Στεφανάκη, αρχαιολόγου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

kritikosichnilatis.gr

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement