Του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη
Πολιτικού Επιστήμονα
E-mail:emmakoum@otenet.gr
Όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί κάποια στιγμή πως θα ήταν η ζωή μας, αν κάναμε διαφορετικές επιλογές. Αν είχαμε κάνει διαφορετικές σπουδές, αν είχαμε κερδίσει πολλά χρήματα, αν είχαμε ακολουθήσει διαφορετικό επάγγελμα, αν είχαμε κάνει διαφορετικό γάμο, κι ακόμα αν ζούσαμε σε μια άλλη χώρα. Σκεφτόμαστε σενάρια ολοκλήρωσης, κάνουμε ονειρεμένα ταξίδια, πλέουμε σε ονειρικά πελάγη ευτυχίας. Κλείνουμε τα μάτια και ταξιδεύουμε σε μακρινούς προορισμούς, σε μέρη εξωτικά, σε παραμυθένιους τόπους, μακριά από την καθημερινότητα και τους συνηθισμένους ανθρώπους.
Σήμερα θα κάνουμε μαζί μια υπόθεση εργασίας. Θα κλείσουμε τα μάτια και θα σκεφτούμε τι θα γινόταν αν το 1832 στο Ναύπλιο δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας. Τι θα γινόταν αν ο Χαρίλαος Τρικούπης δεν ανακοίνωνε την πτώχευση του 1893. Αν δεν γινόταν το Κίνημα στο Γουδί το 1909. Πως θα ήμασταν χωρίς τους Βαλκανικούς Πολέμους. Τι θα γινόταν αν ήμασταν οι χαμένοι του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Αν δεν ερχόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αν δεν είχαμε αναστήσει τη Βουλή των Λαζάρων το 1917. Αν δεν μας έσφαζαν οι Τούρκοι του Κεμάλ στη Σμύρνη το 1922. Αν δεν είχαμε την εθνική χρεωκοπία του 1932. Αν διεκδικούσαμε όσα χάσαμε στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν δεν ακολουθούσε ο αδελφοκτόνος Εμφύλιος. Αν δεν ερχόταν η δικτατορία του 1967. Αν δεν χάναμε τη μισή Κύπρο το 1974. Κι αν οι ταγοί της Μεταπολίτευσης δεν μας χάιδευαν τα αυτιά, δεν μας έκαναν τα χατίρια, δεν υπέκυπταν σε πιέσεις, δεν έκαναν υποτιμήσεις, προγράμματα λιτότητας, εθνικούς συμβιβασμούς και αν είχαν διαφορετικές, πιο «σκληρές» θέσεις σε καίρια πολιτικά ζητήματα. Τι θα γινόταν αν ζούσαμε με όσα είχαμε. Άραγε θα πεθαίναμε αν μας έλειπαν κάποιες ανέσεις; Και τελικά τι θα γινόταν στη χώρα μας, αν της έλειπαν τα αυτοσχέδια «γιατροσόφια» και οι πανάκριβες οικονομικές ενέσεις;
Πολύ απλά: Αν δεν γινόταν όλα αυτά δεν θα φτάναμε ως εδώ. Η Ελλάδα θα είχε διεθνές κύρος, θα πολλαπλασίαζε την ισχύ της, θα τιμούσε την ιστορία της και θα κοίταγε στα μάτια τους εταίρους της. Θα ευημερούσαν οι πολίτες της, θα υπήρχε ισχυρό δίκτυ κοινωνικής προστασίας και θα υπήρχαν μηχανισμοί κοινωνικής λογοδοσίας. Θα κρατούσαμε στη χώρα μας όλους τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Θα τηρούσαμε τους κανόνες. Θα υπήρχε περίσσευμα πλούτου για τις επόμενες γενεές. Θα υποστηρίζαμε την εγχώρια παραγωγή. Θα αποφεύγαμε την δικαιολογημένη εν πολλοίς κριτική. Θα γινόμασταν λαός που πατά στα πόδια του γερά, θα είχαμε ισχυρή δημόσια διοίκηση, θα υπήρχε εμπιστοσύνη στους θεσμούς και θα διώχναμε από τη σκέψη μας υποψίες και ενδοιασμούς. Θα γινόμασταν κυρίαρχο κράτος με περήφανους πολίτες και όχι υποτελείς των οικονομικά ισχυρών. Θα εργαζόμασταν για το καλό του συνόλου και όχι για το ατομικό μας όφελος. Θα ήμασταν αντάξιοι απόγονοι των προγόνων μας.
Είναι πλέον ολοφάνερο ότι είχαμε πάρει λάθος δρόμο. Είναι αντιληπτό ότι δεν ήταν στραβός ο γιαλός, αλλά αρμενίζαμε στραβά εμείς. Είναι πασιφανές ότι ο τόνος έχει μπει σε λάθος συλλαβή. Και πάντα η αλλαγή του τονισμού αλλάζει το νόημα της λέξης. Ένα λάθος κόμμα αλλάζει το νόημα μιας πρότασης. Και μια λάθος ανάγνωση ενός κειμένου συνήθως οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Δυστυχώς ή ευτυχώς στη ζωή δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Ο εύκολος δρόμος δεν είναι πάντα κι εύκολη χαρά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή των γεγονότων, δεν γίνεται να κάνουμε τη γη να σταματήσει να γυρίζει. Τίποτε δεν πληρώνεται ποτέ όσο πραγματικά αξίζει. Οι πράξεις συνήθως έχουν συνέπειες. Ακόμα κι αν η υπέρμετρη γενναιοδωρία των πολιτικών μας εκληφθεί ως καλή πράξη, μάλλον έφτασε η στιγμή που επιβεβαιώνει τη ρήση, ότι «σε αυτόν τον κόσμο καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη».