Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Η Γιαννούλα ήταν χήρα από τα είκοσι τζη χρόνια. Δέν είχανε κλείσει ένα χρόνο γάμου με το Νικολή τον άντρα τζη , όντεν ετσούρησε μαζί με το μουλάρι ντου  από το φαράγγι, κιανένα μιαρό είπανε κένρωσε το ζωντανό, αφηνίασε και έπεσε στο γκρεμνό μαζί με το αφεντικό ντου. Έμεινε μοναχή τζη η Γιαννούλα με το μόλις δυό μηνώ κοπέλι τζη, που το ‘χανε και αβάφτιστο. Γυναίκα και άντρας γίνηκε, ξέχασε πως ήταν νέα και οσά ντη βιόλα, αφού δεν είχε άθρωπο να τη στηρίξει ,οι γονέοι τζη γέροι και φτωχοί και τ’ αδέρφια τζη στη ξενιθιά έιχανε ρίξει μαύρη πέτρα οπίσω. Σα ντο άντρα εβάστα τη σκαλίδα, εμάζωνε τσι ελιές τση και μάζωνε και ξένες, είχε τσι όρθες τση, δυό αίγες και ενα ψωφογάιδαρο για να καθίζει το κοπέλι που το’ περνε μαζί τζη όπου πήγαινε, το Νικολιό τζη, ετσά το βάφτισε, του ‘δωσε το όνομα του πατέρα ντου. Μεγάλωνε το Νικολιό, βοηθούσε τη μάνα ντου στσι δουλειές, πήγαινε και στο σκολειό και ήτανε και πολυ καλός μαθητής. Κάθε απόγεμα έβγαινε να παίξει με τα άλλα κοπέλια και των άρεσε να  βγαίνουνε στο ”χαλικιά”, μια κορφή που ήτανε χοντρό βότσαλο ούλο τζη το πλάι και τσουρούσανε από τη κορφή στο πάτο και άντε πάλι απο την αρχή. Πάντα όμως  το βλέμμα ντου έπεφτε σε ένα σπιτάκι χωσμένο μέσα στα πεύκα, απέναντι απο το χαλικιά. Η μάνα ντου, του είχε πει να μην πλησιάσει ποτέ αυτό το σπιτάκι γιατί μέσα κατοικούσε μια άσκημη γυναίκα που λένε πως είναι μάισσα, λίγοι χωριανοί την είχαν δει από κοντά και είχαν τρομάξει. Η περιέργια έτρωε το Νκολιό και δε μπορούσε να ησυχάσει. Καθόταν όξω από το σπίτι τση γριάς με τσι ώρες μήπως και τη δει, μα άδικος κόπος, όσπου μια μέρα κάτι είδε στην αυλή να κινήτε! Ναι ναι, σκέφτηκε, αυτή είναι και έτρεξε να τσι μιλίσει!!!-Γειά σου θειά, εγώ είμαι ο Νικολής τσι Γιαννούλας, φώναξε και περίμενε απάντηση! Εκείνη δεν του απάντησε, γύρισε του έριξε ένα άγριο βλέμμα και χάθηκε μέσα στη σκοτεινιά του σπιθιού τζη.Τρόμαξε με το βλέμμα τση στην αρχή το κοπέλι, μα δε θα το βάλω κάτω, σκέφτηκε, θα ξανάρθω, δε θα με φάει κιόλας!

Σίμωνε η μέρα τω Χριστουγέννω και η Γιαννούλα έσφαξε το χοίρο τζη και τον έγδαρε μοναχή τζη, όπως έκανε τόσα χρόνια, τον έκοψε και τονε τσιγάριασε τονε ‘βαλε στα κουρούπια και κάπνισε τα απάκια στο τζάκι. Έπρεπε να αναπιάσει το προζύμι  για το ψωμί και τα καλιτσούνια. Το Νικολιό τη βοηθούσε μα το μυαλό του ήτανε αλλού, εδά και λίγες μέρες. Φάγανε το μεσημέρι τω Χριστουγέννω και μετά τσι ζήτηξε να βγει να παίξει με τα άλλα κοπέλια και αν ήθελε να του ‘βανε σε μια πατσέτα δυό τρία καλιτσούνια, λιγάκι απάκι και φρέσκο ψωμί, να φάνε με τσι φίλους του, αφού και οι φίλοι ντου θα φέρνανε και εκείνοι, ετσά το είχανε συμφωνήσει είπε, και η μάνα ντου δε ντου χάλασε το χατήρι. Πήρε το καλολοίδια τυλιγμένα μέσα στην κόκκινη φαντή πετσέτα και ανηφόρισε για να πάει να βρει τσι φίλους του, όπως είπε στη μάνα ντου, όμως έλεγε ψώματα. Όξω από το σπιτάκι τση κυρά μάισσας εστάθηκε και άρχιξε να τραγουδεί τα κάλαντρα, ούτε αυτός θυμάται πόσες φορές τα ‘πε, μέχρι να δει τη πόρτα να ανοίγει και τη γριά να στέκει και να τονε ξανοίγει.-Ήντα γυρεύεις επαέ, έχασες το δρόμο σου, φύγε δε θέλω να με ‘νοχλούνε, άσε με στη μοναξιά μου , δεν έχω μάθει να μιλώ μ’ αθρώπους..

-Άνοιξε μου να μπω θεία, σου έφερα και καλολοίδια που μου τα ‘δωκε η μάνα μου!!!!! Έτοιμο να βάλει τα κλάματα ήτανε το κοπέλι και η γρε λες και μαλάκωσε, εσίμωσε την οξόπορτα για να την ανοίξει.. Όφου, σκέφτηκε, ο Νικολής μόλις την είδε από κοντά, όφου πως είναι ετσά, γεμάτη κρεατολιές με τρίχες, το πηγούνι τζη άγγιζε με τη μύτη τζη και τα μαλλιά τζη πεθιούντανε απο ‘πα κι’ απο ‘κε.. -Πως σε λένε θεία; -Αγγελικό με λένε κοπέλι μου!!!Από κείνη τη μέρα  γίναμε αχώριστοι, που έβρησκες και που έχανες το Νικολιό, στη θειά ντου την Αγγελικό, μα κρυφά απο τη μάνα ντου. Καθότανε οι δυό τους δίπλα στο τζάκι και η γρε του ‘λεγε ένα σωρό ιστορίες, μα η ωραιότερη απ’ ούλες ήτανε αυτή με την άσκημη πλούσια κόρη  που ορφάνεψε από μάνα και ο πατέρας τση ξαναπαντρεύτηκε και πήρε μια πολύ κακιά γυναίκα που δεν αγαπούσε καθόλου, την άσκημη προγονή τζη. Όταν ήτανε 18 χρονώ, πόθανε κι’ ο πατέρας τση και η μητριά έψαχνε τρόπους να την ξεπαστρέψει. Ένα βράδυ η άσκημη κόρη φόρτωσε στην άμαξα ένα μπαούλο σκαλιστό που είχε στο δωμάτιο τση, που απάνω απάνω είχε κεντήδια αλλά  αυτό ήτανε γεμάτο με λεφτά και λίρες χρυσές μέχρι το μπάτο, πήρε και ότι άλλο μπόρεσε και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα και κιανένας δεν τη ξανάδε… Μια μέρα πήγε πάλι ο Νικολής στο σπιτάκι τση θειάς Αγγελικώς και ήτανε πολύ στεναχωρεμένος. -Ήντα ‘χεις κοπέλι μου και δε μιλείς σήμερο; -Τέ3λειωσα το δημοτικό, θειά και πρέπει να πάω στο γυμνάσιο στη χώρα και δε θα σε θωρρώ και η μάνα μου στενοχωράται γιατί θα μένω στου ξαδέρφου τζη και δεν έχει παράδες να του στέλνει για το φαί μου. – Μη στενοχωράσαι Νικολιό κοπέλι μου, θα τα καταφέρει η μάνα σου, εσύ να πας στο σκολειό και να μη σε νοιάζει θα με θωρρείς όντα θα’ ρχεσαι, εγώ επά θα μαι…Έφυγε το κοπέλι για τη χώρα και κάθε Σαββάτο επήγαινε στο χωριό ντου, αγκάλιαζε και φίλιε τη μάνα ντου κι’ απόης κατευθεία ανηφόριζε για να δει τη θειά ντου.. Απο τη μέρα που πήγε ο Nικολής στο γυμνάσιο στη συνέχεια σπούδασε γεωπόνος και μέχρι που τέλειωσε το στρατιωτικό ντου, μια επιταγή επήγαινε ο ταχυδρόμος στη μάνα ντου, από άγνωστο αποστολέα, μόνο την πρώτη επιταγή συνόδευε  ένα γράμμα που έγραφε μόνο:<< για να σπουδάξει το Νικολιό>>… αυτό μόνο έγραφε..Απολύθηκε ο Νικολής από το στρατό και έφταξε χαρούμενος στο χωριό ντου. Αγκάλιασε τη μάνα ντου και τσι ‘πε:-Μάνα μου πόσο κουράστηκες για να με σπουδάξεις μα εδά ήρθε η σειρά μου να δουλέψω και εσύ θα είσαι αρχόντισσα!!!! Τότε η μάνα ντου είπε ντου την αλήθεια, πως κάποιος

Advertisement

άγνωστος τσι  ‘στελνε λεφτά για να σπουδάξει. Απόρησε ο Νικολής μα δε μπορούσε να βρει άκρη και ετσά σκεφτικός ανηφόρησε για να πάει να δει τη θειά ντου.. Χτύπησε  τη πόρτα, φώναξε μα πράμα, καμμιά απάντηση.- Θειά Αγγελικό, ο Νικολής είμαι, άνοιξε μου. Η φωνή του αντίχησε στο φαράγγι, όμως η πόρτα δεν άνοιξε. Άρχιξε να τη σπρώχνει με δύναμη και μετά απο λίγο η πόρτα άνοιξε.. Θεοσκότεινα, το τζάκι σβυστό, ψυχή πουθενά. Άναψε τη λάμπα, που πάντα η θειά ντου είχε πάνω στο τράπεζι και κοίταξε μήπως  τη δει.. Μα τι είναι αυτό το μπογαλάκι με τα μαύρα ρούχα εκεί στη γωνιά.. Μα όχι δεν είναι ρούχα πεταμένα, είναι η θειά. Κόντεψε να του πέσει η λάμπα από τα χέρια, έτρεξε κοντά τζη και πήγε να τη σηκώσει, μα δε μπόρεσε, ήταν παγωμένη. Την χτύπησε  μαλακά στα μάγουλα την  κούνησε πέρα δώθε μα πράμα η θειά Αγγελικό. Σαν μικιό κοπέλι έκλαιγε  κρατώντας την σφιχτά στην αγκάλη ντου, ο Νικολής. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι τζη με χίλια ζόρια και εγλάκιξε να φωνάξει τον παπά Γιώργη και τη μάνα ντου. Ζήτηξε από τη  μάνα ντου να τηνε θάψουνε σαν δικό τους συγγενή και η μάνα που δεν μπορούσε να καταλάβει για πιο λόγο ο γιός τση, ήτανε τόσο στενοχωρημένος και τι σχέση είχε  με τη γριά, δέχτηκε.

Την επόμενη μέρα ο Νικολής πήγε με βαριά καρδιά στο σπιτάκι που τώρα ήταν έρημο χωρίς την αγαπημένη του θειά. Κάθησε στο τζάκι, εκεί που καθόταν μαζί και του έλεγε ιστορίες. Βυθισμένος στσι σκέψεις του σκάλιζε τη στάχτη και χωρίς να το καταλάβει χαμογέλασε. Η θειά ντου είχε κάψει χαρτιά, το συνήθιζε να το κάνει…Μα τι είναι αυτό το μικρό κίτρινο χαρτάκι; Δεν κάηκε για να δω τι είναι, σκέφτηκε και το πήρε στα χέρια του. Απόκομμα από επιταγή, μα τι στο καλό λέει εδώ; Αποστολέας, Αγγελικό Κοντογιώργη,

παραλήπτης Γιαννούλα Ζουριδάκη… Μα δεν μπορεί δε γίνεται, μα που τα βρες θειά μου τα λεφτά και με σπούδαξες, αγαπημένη μου θειά, εσύ ήσουνα τόσα χρόνια που με βοηθούσες… Σηκώθηκε πάνω κρατώντας το κεφάλι του που πήγαινε να σπάσει απο το πόνο, του ήρθε αποσκέπαση και έκατσε πάνω στο μπαούλο που η θειά ντου είχε πάντα σκεπασμένο..Άνοιξε με ..ήταν σα να του φώναζε το μπαούλο..άνοιξε με… Τράβηξε το κιλίμι που το κάλυβε και ένα όμορφο σκαλιστό μπαούλο φανερώθηκε μπροστά του. Άρχισε να καταλαβαίνει… Το άνοιξε..Λίγα κεντίδια ολομέταξα απο τη μέση και κάτω του μπαούλου…Τα σήκωσε και από κάτω λεφτά και χρισές λίρες ..και ένα χαρτί που έγραφε: Νικολιό μου,  δικά σου όλα και το σπιτάκι μου να το κάμεις ότι θέλεις, να ‘χεις την ευκή μου, παιδί μου…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΤΖΑΚΗ

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement