ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΕΚΕΠΕ;
ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΡΟΥΣΦΕΤΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Η επικαιρότητα που έχει διαμορφωθεί λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν η απόλυτη στιγμή για να θέσουμε όλα τα ζητήματα επί τάπητος. Το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις, ο ρόλος των πολιτικών γραφείων και βεβαίως το πώς οι νέοι πολιτικοί αντιμετωπίζουν όλες αυτές τις παθογένειες του ελληνικού κρατικού συστήματος.
Το γραφείο του Γιάννη Κεφαλογιάννη και η λειτουργία του συζητήθηκαν εκτενώς τις τελευταίες εβδομάδες και μάλιστα σε πανελλήνιο επίπεδο.
Ο Υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ο οποίος εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής Ρεθύμνου της Ν.Δ. από το 2012 και εντεύθεν, βρέθηκε αρχικά μέσα στον κυκλώνα του σκανδάλου για να απεμπλακεί γρήγορα, όταν οι διάλογοι που είδαν το φως της δημοσιότητας αποκάλυπταν πως οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο μάλλον τον θεωρούσαν μη ικανό να προωθήσει τα συμφέροντα τους, χρησιμοποιώντας ενίοτε ιδιαίτερα προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για το κατά πόσο έδειχνε ενδιαφέρον ως προς την «εξυπηρέτηση» τους.
Την ίδια ώρα και ενώ το τοπίο δεν έχει ξεκαθαρίσει για το πώς ακριβώς θα κινηθούν τα νήματα διαλεύκανσης αυτής της υπόθεσης, ερωτήματα όπως το τί θα γίνει με όσους πήραν παράνομα χρήματα, αν τα πρόστιμα της Ε.Ε. επιβαρύνουν όλους τους φορολογούμενους πολίτες και βεβαίως τι ακριβώς θα γίνει με την καταβολή των οικονομικών ενισχύσεων προσεχώς, μπαίνουν στο πεδίο συζήτησης, αναμένοντας αντίστοιχες απαντήσεις.
Όλα αυτά, συζητήσαμε με τον Γιάννη Κεφαλογιάννη και η συνέντευξη που ακολουθεί έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Από πολύ νωρίς ξεκαθάρισε πως δεν σας επιρρίπτονται πολιτικές ευθύνες για το Σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ποια είναι η απάντηση σας σε όλους όσοι συνεχίζουν να σχετίζουν εσάς και το γραφείο σας με αυτή την υπόθεση καθώς αλήθεια είναι πως στελέχη του γραφείου σας ακούστηκαν στις συνομιλίες;
Όσοι αναζητούν σύνδεση μου με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχουν παρά να ανατρέξουν στις συνομιλίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Από το περιεχόμενο των διαλόγων δεν προκύπτει απλώς ότι δεν είχα καμία επικοινωνία με οποιονδήποτε εμπλεκόμενο στην υπόθεση αλλά κάτι πολύ πιο ουσιώδες: δεν υπήρξε από την πλευρά μου η παραμικρή ανταπόκριση, η παραμικρή εξυπηρέτηση – δεν υπήρξε καν ανοχή. Ακόμη, και η πίεση που, όπως προκύπτει, επιχειρήθηκε να μου ασκηθεί μέσω «απώλειας ψήφων» έπεσε στο κενό. Νομίζω δε, ότιειδικά αυτή η «εκλογική διάσταση» του σκανδάλου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί,αν η «εξαγορά πολιτικής επιρροής» στο ορεινό Ρέθυμνο ήταν ο στόχος ο δικός μου και της Νέας Δημοκρατίας, όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, τότε μάλλον… αποτύχαμε παταγωδώς. Προσωπικά, μεταξύ 2019 και 2023 είδα μια μείωση των προσωπικών μου σταυρών στα Ζωνιανά κατά 50% -από 230 σε 119, τερματίζοντας δεύτερος. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ από το 9,82% το 2019, βγήκε πρώτο στον Δήμο Μυλοποτάμου με ποσοστό 42,44%. Τον Μάιο 2023 στα Ζωνιανά πρώτο κόμμα βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ με 40,45%, διπλάσιο του πανελλαδικού εκλογικού του ποσοστού. Συνεπώς, μάλλον σε άλλους πολιτικούς χώρους πρέπει να αναζητηθούν εκείνες οι πολιτικές συμπεριφορές που αγκάλιασαν παθογένειες με στόχο να εμφανιστούν ορισμένοι ως «αγροτοπατέρες» των αγροτών και των κτηνοτρόφων του Ρεθύμνου και της Κρήτης.
Είναι κοινώς γνωστό πως πολλοί πολίτες καταφεύγουν στα πολιτικά γραφεία με διάφορα αιτήματα. Προφανώς οι επιδοτήσεις δεν εξαιρούνται από την σχετική λίστα. Ποια ήταν και είναι η δική σας αντιμετώπιση των αιτημάτων των πολιτών;
Σε μια χώρα με διαχρονικές παθογένειες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, με γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και συχνά απρόσωπες ή αδρανείς υπηρεσίες, τα πολιτικά γραφεία λειτούργησαν – και σε σημαντικό βαθμό συνεχίζουν να λειτουργούν – ως γέφυρες ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Η επικοινωνία με τον πολίτη για ζητήματα που τον αφορούν δεν είναι από μόνη της μεμπτή. Αντιθέτως, είναι βασικό συστατικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο πολιτικός δεν είναι απόμακρος τεχνοκράτης, ούτε απρόσωπη αρχή. Είναι, ή τουλάχιστον οφείλει να είναι, ο θεσμικός διερμηνέας των αναγκών της κοινωνίας προς την κρατική εξουσία. Γι’ αυτό και θεωρώ υποχρέωσή μου να ακούω τους πολίτες, να αντιλαμβάνομαι τα αιτήματά τους, να αναγνωρίζω πού έχουν δίκιο και πού η διοίκηση τούς αδικεί ή τους παρακάμπτει. Αλλά η πολιτική ευθύνη δεν τελειώνει στην ακρόαση. Συνεχίζεται στην κρίση και στη στάση. Δεν είναι όλα τα αιτήματα δίκαια. Δεν είναι όλα τα παράπονα βάσιμα. Δεν είναι όλες οι προσδοκίες θεμιτές. Ένας πολιτικός οφείλει, όχι να υπόσχεται χωρίς όρια, αλλά να καθοδηγεί με καθαρούς κανόνες. Να εξηγεί πότε ένα αίτημα είναι αποδεκτό, πού το θεσμικό πλαίσιο το στηρίζει, και πότε χρειάζεται θεσμική πίεση για αλλαγή. Και ταυτόχρονα, να είναι ο πρώτος που θα πει «όχι» όταν το αίτημα αγγίζει ή ξεπερνά τα όρια της νομιμότητας.
Θεωρείτε εφικτό από εσάς τους νέους πολιτικούς να απεμπλακείτε από το κατάλοιπο του παρελθόντος που προσδιορίζεται ως «ρουσφέτι» και γενικότερα τις κακώς νοούμενες «πελατειακές σχέσεις»;
Η υπέρβαση του ρουσφετιού και των πελατειακών σχέσεων δεν είναι απλώς μια γενεαλογική επιθυμία των νεότερων πολιτικών. Είναι ζήτημα επιβίωσης του δημόσιου βίου με όρους νομιμότητας και εμπιστοσύνης. Το ρουσφέτι είναι αποτέλεσμα ενός ευρύτερου συστήματος που οδήγησε τον πολίτη να νιώθει αόρατος, μπερδεμένος, παγιδευμένος. Είναι «παιδί» της γραφειοκρατίας, της αδιαφάνειας, της διοικητικής αδράνειας. Όταν οι πολίτες πρέπει να περιμένουν μήνες για μια απάντηση· όταν οι διαδικασίες είναι τόσο σύνθετες που μόνο «ειδικοί» τις καταλαβαίνουν· όταν δεν υπάρχει προβλεψιμότητα ούτε στο απλό ούτε στο σύνθετο αίτημα, τότε γεννιέται η ανάγκη για παρέμβαση. Ξέρετε, συχνά ο πολίτης καταφεύγει στον βουλευτή, στον δήμαρχο, στον υπουργό, όχι από προτίμηση, αλλά από απόγνωση. Και ο πολιτικός συχνά μπαίνει στον πειρασμό να βοηθήσει έναν άνθρωπο που υποφέρει, όχι θεσμικά, αλλά προσωπικά. Να παρέμβει. Να τηλεφωνήσει. Να «σπρώξει». Και χωρίς να το καταλάβει, γίνεται μέρος αυτού που έλεγε ότι ήθελε να αλλάξει.Είναι πολύ εύκολο να παγιδευτεί κανείς στον ρόλο του διαμεσολαβητή, ειδικά σε τοπικές κοινωνίες, όπου η άμεση επαφή με τον πολίτη φορτίζεται συναισθηματικά. Όμως αν ο πολιτικός υποχωρήσει εκεί, τότε απλώς μετατρέπει τον θεσμό που εκπροσωπεί σε πεδίο προσωπικών ρυθμίσεων και χάνει την αποστολή του που είναι να νομοθετεί, να αλλάζει πολιτικές, να ελέγχει την κυβέρνηση, να μετασχηματίζει το κράτος.Σε αυτό το πρόβλημα η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «μην το κάνεις». Η απάντηση είναι να αλλάξεις τις συνθήκες που γεννούν την ανάγκη για ρουσφέτι. Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Δεν λέω ότι γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι όμως στο χέρι μας να φτιάξουμε ένα κράτος που δεν θα χρειάζεται μεσάζοντες. Ένα σύστημα διοίκησης όπου η διαδικασία είναι κατανοητή, η απάντηση προβλέψιμη, η προτεραιότητα οριζόντια. Όπου ο καθένας έχει πρόσβαση, και όχι μόνο ο «γνωστός».
Να επιστρέψουμε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Πως θα καταφέρει η κυβέρνηση να μην «πληρώσουν το μάρμαρο» και οι σωστοί αγροτοκτηνοτρόφοι;
Αυτό είναι, κατά την άποψή μου, το πιο κρίσιμο και ουσιαστικό διακύβευμα αυτής της υπόθεσης. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε η απληστία των λίγων να υπονομεύσει την επιβίωση των πολλών που εργάζονται σκληρά και με εντιμότητα για να κρατήσουν ζωντανό τον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα στην Ελλάδα. Ο στόχος της Κυβέρνησης είναι ξεκάθαρος: να διασφαλίσει ότι οι σωστοί αγρότες και κτηνοτρόφοι δεν θα μετατραπούν σε παράπλευρες απώλειες ενός κυκλώματος που καταχράστηκε ένα εθνικό εργαλείο στήριξης.Ο θεσμικός τρόπος για να προστατευτούν οι έντιμοι παραγωγοί είναι σαφής: διασταυρωμένοι, στοχευμένοι και εξατομικευμένοι έλεγχοι, με σαφή διαχωρισμό μεταξύ νόμιμων δικαιούχων και όσων έχουν υποπέσει σε παρατυπίες ή παρανομίες, με ταχεία απομόνωση των επίμαχων περιπτώσεων, ώστε να διασφαλιστεί πως οι νόμιμοι δικαιούχοι θα συνεχίσουν να λαμβάνουν την ενίσχυση χωρίς καθυστέρηση. Μεσοπρόθεσμα, η καλύτερη προστασία που μπορούμε να προσφέρουμε στον αγρότη και κτηνοτρόφο είναι αναγνωρίσουμε τα διαρθρωτικά κενά που έθρεψαν αυτή την παθογένεια επί δεκαετίες: Η ανυπαρξία πλήρους κτηματογράφησης, που επέτρεπε την αυθαίρετη δήλωση εκτάσεων χωρίς ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό ή χρήσης γης καθεστώς. Η έλλειψη θεσμοθετημένων και χαρτογραφημένων σχεδίων βόσκησης, που άφηνε ανοικτό πεδίο για ψευδείς δηλώσεις βοσκοτόπων. Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των δασικών χαρτών, που καθιστούσε ασαφή τη διάκριση μεταξύ γεωργικής, δασικής και δημόσιας γης. Η απουσία ενιαίου, ψηφιακού, δυναμικού μητρώου για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και τις κτηνοτροφικές μονάδες, με δυνατότητα άμεσης διασταύρωσης και παρακολούθησης. Αυτές οι τέσσερις ελλείψεις δεν είναι απλώς τεχνικές αδυναμίες. Είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο άνθισαν τα κυκλώματα παρανομίας. Και η μεγάλη τομή που αυτή η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί – θεσμικά, προγραμματικά και με χρονοδιάγραμμα – είναι να καλύψει και τις τέσσερις αυτές πληγές την επόμενη διετία.
Τι θα γίνει από τώρα και στο εξής σε επίπεδο ελέγχων και απόδοσης δικαιοσύνης ως προς το σκάνδαλο;
Όπως γνωρίζετε, η Δικαιοσύνη χειρίζεται ήδη την υπόθεση με τη σοβαρότητα και την ευθύνη που απαιτείται. Από την πλευρά της Κυβέρνησης, έχει διασφαλιστεί πλήρης πρόσβαση των ελεγκτικών μηχανισμών στα απαραίτητα δεδομένα, αλλά και η απρόσκοπτη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών — του ΟΠΕΚΕΠΕ, της Οικονομικής Αστυνομίας, της ΑΑΔΕ και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης — με τις εισαγγελικές αρχές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Να πούμε βέβαια εδώ ότι η ελεγκτική διαδικασία δεν ξεκίνησε κατόπιν ευρωπαϊκής πίεσης, όπως ανυπόστατα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση, αλλά με πρωτοβουλίες της ίδιας της κυβέρνησης, η οποία από πολύ νωρίς άρχισε να ανιχνεύει μοτίβα κακοδιαχείρισης και να διαμορφώνει θεσμικό πλαίσιο ελέγχου.Θυμίζω ότι περισσότερα από 5.200 φυσικά πρόσωπα, καθώς και κάποια νομικά πρόσωπα, τελούν υπό έλεγχο για πρακτικές που χρονολογούνται από το 2019 και μετά. Παράλληλα έχουν μπλοκαριστεί χιλιάδες ΑΦΜ, για τα οποία διεξάγονται επανέλεγχοι.Καταργήσαμε την απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που επέτρεπε τη χορήγηση ενισχύσεων και σε βοσκοτόπια χωρίς ζώα και η οποία είχε ανοίξει το «παράθυρο» για παράτυπες ενισχύσεις.Την ίδια στόχευση του αποτελεσματικού και εξατομικευμένου ελέγχου υπηρετεί και η μεταφορά της αρμοδιότητας εποπτείας των πληρωμών από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ώστε ο έλεγχος να ασκείται με αντικειμενικά, αυτοματοποιημένα και αδιάβλητα κριτήρια, χωρίς πελατειακές παρεμβάσεις. Αυτό αποτελεί μια δομική θεσμική μεταρρύθμιση, όχι προσωρινή αντίδραση. Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, η Νέα Δημοκρατία θα καταθέσει πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής στη Βουλή, που θα εξετάσει τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης στον ΟΠΕΚΕΠΕ από την ίδρυσή του το 1998 έως και σήμερα. Όχι αποσπασματικά, αλλά συνολικά. Όχι με πολιτική σκοπιμότητα, αλλά με διάθεση εξυγίανσης και ιστορικής αποκατάστασης. Διότι η διαχρονική ανοχή στις παθογένειες αυτού του μηχανισμού είναι που οδήγησε και στο σημερινό σκάνδαλο.
Ένα μεγάλο ερώτημα που θέτουν οι πολίτες είναι αν τα πρόστιμα της Ε.Ε. θα κληθούμε να τα πληρώσουμε όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες και Ελληνίδες φορολογούμενοι. Τι ξέρετε για αυτό;
Δεν πρόκειται να δεχτούμε την αρχή της «συλλογικής ενοχής».Οι Έλληνες φορολογούμενοι δεν θα επωμιστούν το κόστος των πρακτικών και των παραλείψεων μιας μικρής μειοψηφίας που καταστρατήγησε κανόνες και αξιοποίησε αδυναμίες του ελεγκτικού μηχανισμού.Προτεραιότητά της Κυβέρνησης, μέσω της ειδικής ομάδας που έχει συσταθεί από την ΑΑΔΕ, την Οικονομική Αστυνομία και άλλων ελεγκτικών μηχανισμών, είναι να ανακτηθούν οι παρανόμως καταβληθείσες ενισχύσεις από όσους τις έλαβαν. Ο στόχος είναι η διαδικασία αυτή να ολοκληρωθεί στους επόμενους μήνες, ενώ όσοι παρανόμησαν θα βρεθούν αντιμέτωποι και με ποινικές ευθύνες.
Πλανάται στην κοινή γνώμη πως οι οικονομικές ενισχύσεις σε αγρότες και κτηνοτρόφους τελειώνουν οριστικά. Τι γνωρίζεται γύρω από αυτό. Θα κοπούν οι επιδοτήσεις; Αν όχι, πως σχεδιάζεται η καταβολή τους στο μέλλον;
Οι φήμες ή οι ανησυχίες περί κατάργησης των αγροτικών επιδοτήσεων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ενίσχυση του αγροτικού κόσμου δεν είναι προνόμιο — είναι πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι αναγνώριση του κόπου, του ρίσκου και της προσφοράς του ανθρώπου που παράγει. Αυτό που αλλάζει — και ορθά αλλάζει — δεν είναι η στήριξη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή κατανέμεται: με διαφάνεια, με ηλεκτρονική διασταύρωση, με αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια, με θεσμικούς μηχανισμούς που αποκλείουν τις πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος. Αυτό λοιπόν που «τελειώνει» δεν είναι η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα. Αυτό που τελειώνει — και πρέπει να τελειώσει — είναι η κατάχρηση και η ασυδοσία. Και αυτό είναι το μόνο υγιές και ειλικρινές «τέλος εποχής» που αξίζει στον έντιμο Έλληνα αγρότη και κτηνοτρόφο.