Η καθημερινή ζωή των Ρώσων στο Ρέθυμνο μέσα από τον τοπικό τύπο (1899-1904)

             I. Η συμφωνία κατοχής της Κρήτης μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας, ήρθε στις 3 Φεβρουαρίου 1897.Η αρχική κατάληψη των παραλιακών πόλεων και οικισμών της Κρήτης, επεκτάθηκε με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού κατοχής υπό τον Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, σ’ ολόκληρη την ενδοχώρα, χωρίς να υπάρξει αντίδραση από τον χριστιανικό πληθυσμό, ο οποίος είχε υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές και επιζητούσε προστασία. Το κενό εξουσίας, οι διοικητικές δυσλειτουργίες, οι καταστροφές των επαναστατικών αναταραχών, καθώς και ο φόβος της αναρχίας-φόβος αμοιβαίος για Χριστιανούς και Μουσουλμάνους-προκάλεσαν την υποχώρηση του ενωτικού αιτήματος και τη δρομολόγηση από το Μάρτιο του 1897 της αυτονομίας της Κρήτης. Η προκήρυξη των πολυεθνικών ενόπλων Δυνάμεων  προς τους κατοίκους της Κρήτης στις 5/17 Μαρτίου 1897 ανέφερε μεταξύ άλλων «…αι Μεγάλαι Δυνάμεις έχουσιν λάβει την αμετάκλητον απόφασιν να εξασφαλίσωσι την πλήρη αυτονομίαν της Κρήτης, υπό την επικυριαρχίαν του Σουλτάνου…». Παρέμεινε, όμως, μετέωρο το αίτημα για την αποχώρηση του τουρκικού στρατού, πράξη που θα μετέβαλε την οθωμανική επικυριαρχία σε κενό γράμμα.

               Τα γεγονότα της 25 Αυγούστου 1898 στο Ηράκλειο προκάλεσαν ενίσχυση των δυνάμεων κατοχής.[1] Στο Ρέθυμνο στο ένα τάγμα πυροβολικού, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Τομασέβσκυ, μαζί με ένα τάγμα του 14ου συντάγματος των σκοπευτών, με διοικητή τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Δε Χιόστακ (Σοστάκ), που βρίσκονταν από το Μάρτιο του περασμένου χρόνου στο Ρέθυμνο, προστέθηκαν καινούργιες δυνάμεις.[2] Στις 12 Οκτωβρίου αναχώρησε από την Οδησσό εκστρατευτικό σώμα με δύναμη ενός συντάγματος υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Βαρόνου Κενέ. Ανάμεσα στους στρατιώτες, πριν καν ξεκινήσουν την κάθοδο στο Ρέθυμνο, υπήρχε διάχυτη η ιδέα της σταυροφορίας «…εμπρός διά την χριστιανικήν ιδέαν, διά την απελευθέρωσιν των ορθοδόξων αδελφών…».[3] Η ισχυροποίηση των δυνάμεων κατοχής δημιούργησε de facto τις αναγκαίες εκείνες προϋποθέσεις για την καθολική ανάληψη κάθε εξουσίας από τις δυνάμεις κατοχής στις υπό την αρμοδιότητά τους περιοχές της Κρήτης. Το κενό εξουσίας πληρώθηκε από μια στρατιωτικοπολιτική διοικητική μηχανή, που είχε ως σημείο αναφοράς το συμβούλιο των Ναυάρχων και τις στρατιωτικές διοικήσεις στις τέσσερις ζώνες κατοχής.[4] Το προσωρινό της κατάστασης, μέχρι το διορισμό του Ύπατου Αρμοστή και την ενεργοποίηση της Αρμοστείας, δεν αναιρούσε τις διαδικασίες για την επιβολή ενός αυταρχικού και συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης, κάτω από την απειλή της στρατιωτικής επέμβασης.[5] Η επιτακτική ανάγκη επιβολής της τάξης και η αποτροπή της κοινωνικής αναρχίας δικαιολογούσαν ως ένα βαθμό τη δεσποτική διοίκηση, αλλά η υπέρβαση κάποιων ορίων, χωρίς την αντίδραση του χριστιανικού πληθυσμού έδειχνε με αποκαλυπτικό τρόπο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την τραγικότητα των καταστάσεων.

 

Advertisement

II. Στις 12 Ιουλίου 1899 ο Χιόστακ παρέδοσε τη διοίκηση του νομού  στον Αντώνιο Βορεάδη πρώτο νομάρχη Ρεθύμνης.[6] Η μεγαλύτερη δύναμη του ρωσικού στρατού κατοχής αποχώρησε από το λιμάνι της πόλης και τη Σούδα με προορισμό την Οδησσό. Η παραμονή του τα δύο αυτά χρόνια στο Ρέθυμνο δεν ήταν και τόσο ευχάριστη, όχι όσο παρουσιάστηκε από τον τοπικό τύπο, χριστιανικό στο σύνολό του. Ο Ιωσήφ Κοβάλσκι κάνει λόγο στα «απομνημονεύματά» του για πάνω από εκατό νεκρούς στρατιώτες του κατοχικού στρατού με κύριες αιτίες θανάτου την ελονοσία και τον κοιλιακό τύφο.[7] Οι θάνατοι αυτοί προσδιορίζονταν ανάμεσα στους απλούς στρατιώτες, Ρώσους ορθόδοξους και Πολωνούς καθολικούς. Δεν άγγιζαν την ηγεσία του στρατεύματος που ζούσε σύμφωνα με τις συνήθειες της ρωσικής αριστοκρατίας. Το 60ό πεζικό σύνταγμα Ζαμόσκι, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη βαρόνου Κενέ μέχρι το Δεκέμβριο του 1899 και μετά υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Κ. Ουρμπάνοβιτς, ασφαλώς και θα είχε να αντιμετωπίσει μια καλύτερη κατάσταση στο Ρέθυμνο. Είχαν προηγηθεί κάποια έργα υποδομής που έκαναν τη διαβίωση πιο άνετη και η τάξη στο νομό είχε σε μεγάλο βαθμό επανέλθει. Σ’ αυτό συνέτεινε αφενός η παρουσία του Ύπατου Αρμοστή, αφετέρου η μαζική φυγή του μουσουλμανικού πληθυσμού. Η στρατιωτικές αρμοδιότητες του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού περιορίστηκαν μετά το 1899 σημαντικά. Οι διοικητικές αρμοδιότητες είχαν παύσει από τον Ιούλιο του 1899.

       Το κύριο γνώρισμα της καθημερινής συμπεριφοράς των Ρώσων στρατιωτών και της επαφής τους με τον πληθυσμό της πόλης υπήρξε θα λέγαμε η πειθαρχία και η τήρηση των στρατιωτικών κανόνων του τσαρικού στρατού. Οι Ρώσοι αξιωματικοί έφεραν μαζί τους μία διαφορετική αντίληψη για το χώρο και φρόντισαν να αποκτήσει η πόλη ένα θέατρο και καταστήματα για την καθημερινή ψυχαγωγία τους. Η παρουσία τους διαμόρφωσε τις συνειδήσεις των ανώτερων αστικών στρωμάτων της πόλης που ανταποκρίθηκαν στο  savoir vivre των αξιωματικών του ρωσικού στρατού. Ο Χαράλαμπος Σπανδάγος, ιατρός, των ρωσικών στρατευμάτων, δημιούργησε το «Ιδαίον Άνδρον» ή αλλιώς «θέατρο του Σπανδάγου» το 1900.[8] Στην αρχή το θέατρο λειτούργησε σαν «καφέ σαντάν», όπου χόρευαν μπαλαρίνες από τη Ρωσία και σύχναζαν οι ρώσοι αξιωματικοί. Οι ίδιοι Ρώσοι διατηρούσαν περίπτερο στην περιοχή της Σοχώρας. Στην πόλη υπήρχαν καφενεία, εστιατόρια και ποτοπωλεία που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους Ρώσους στρατιώτες, όπως έκαναν και οι «κοινές γυναίκες» της πόλης. Η Λέσχη των Αξιωματικών, κέντρο της κοινωνικής ζωής της αστικής τάξης της πόλης, συχνά φιλοξενούσε δεξιώσεις, χορούς και συναυλίες. Πέρα από τις καθημερινές συγκεντρώσεις της κοινωνικής ελίτ της πόλης με τους Ρώσους αξιωματικούς επίσημες δεξιώσεις δίνονταν με αφορμή τον εορτασμό κάποιας επετείου ή την άφιξη ενός υψηλά ιστάμενου προσώπου, όπως π.χ. ήταν ο Ύπατος Αρμοστής.[9]

      Στον τοπικό τύπο γίνονταν εκτεταμένες αναφορές στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των γενεθλίων ή της ονομαστικής εορτής του Τσάρου Νικολάου Β΄, της συζύγου του Αλεξάνδρας,[10] του πρίγκηπα Γεωργίου και της εορτής του 15ου Συντάγματος του ρωσικού στρατού που έδρευε στην πόλη.[11] Οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους Ρώσους αξιωματικούς να έρθουν σε επαφή με τον χριστιανικό πληθυσμό και να δείξουν έμπρακτα την υποστήριξή τους σ’ αυτόν. Στον πτωχό πληθυσμό μοιράζονταν τρόφιμα, προσφορά του Τσάρου Νικολάου, κάτι που, ενδεχομένως, ερμηνεύει και την αθρόα συμμετοχή του χριστιανικού στοιχείου στους εορτασμούς. Οι εκδηλώσεις περιλάμβαναν συνήθως δοξολογία χοροστατούντος του Επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Διονυσίου, καθώς και επίδειξη της στρατιωτικής δύναμη του στρατού κατοχής με παρέλαση στην πλατεία Σκρύδλωφ μπροστά από το ρωσικό στρατό. Σημείο επαφής του χριστιανικού πληθυσμού με τους Ρώσους και αποκλεισμού για τους Τουρκοκρήτες υπήρξε ο ναός των Εισοδίων στην πλατεία Μητροπόλεως. Αντίθετα με τους Ρώσους στρατιώτες που εκκλησιάζονταν στο μικρό ναό της Αγίας Βαρβάρας, οι Ρώσοι αξιωματικοί παρακολουθούσαν τις τελετές στον καθεδρικό ναό όπου ο Επίσκοπος ακολουθούσε ένα ελληνορωσικό λειτουργικό.[12] Μάλιστα, «εις ένδειξην Υψηλής ευνοίας και εκτιμήσεως προς τον ιεράρχιν τούτον» ο Τσάρος Νικόλαος του απένειμε το παράσημο του Αγίου Βλαδιμήρου τον Απρίλιο του 1902.[13]

      Οι τοπικές εφημερίδες σε κάθε ευκαιρία εκδήλωναν την εκτίμησή τους προς τους Ρώσους και ιδιαίτερα προς τον Τσάρο Νικόλαο.[14] Καταχωρούν στα φύλλα τους κάθε αναχώρηση ή άφιξη τμημάτων του αυτοκρατορικού στρατού,[15] ενώ συχνές ήταν οι αναφορές στην κοινωνική ζωή του τσαρικού ζεύγους. Το σύνολο των τοπικών εφημερίδων παρακολουθούσε με έντονο ενδιαφέρον και προς ενημέρωση των Ρώσων αξιωματικών τις δονήσεις των ηφαιστειακών σπλάχνων της πάσχουσας Ρωσίας λίγο πριν την μεγάλη έκρηξη της 22 Ιανουαρίου 1905 και τη δημιουργία του Soviet των εργατών της Αγίας Πετρούπολης.[16] Ήδη από το 1901 το αντιτσαρικό κίνημα των φοιτητών, των εργατών, των αγροτών σε ένα μεγάλο ποσοστό, των φιλελεύθερων αστών, των Σοσιαλδημοκρατών και των Σοσιαλεπαναστατών, χωρίς ενιαίους στόχους και κοινή τακτική δράσης, δυνάμωνε εξαιτίας της διογκούμενης δυσαρέσκειας για τη διακυβέρνηση του Τσάρου. Ο φόβος των «διαδηλωτών που φέρουσιν ερυθράς σημαίας» και της τρομοκρατικής δράσης των Σοσιαλεπαναστατών, συνέτεινε, ενδεχομένως, στο να παραμείνουν στο Ρέθυμνο κάποιοι Ρώσοι μετά το τέλος της θητείας τους. Πολλοί από τους αξιωματικούς του αυτοκρατορικού στρατού που υπηρέτησαν και στο Ρέθυμνο συνάντησαν τους Μπολσεβίκους στο Κρεμεντσούκ τον Οκτώβριο του 1917.

  ΙΙΙ.   Η ρωσική στρατιωτική διοίκηση ανέλαβε το δύσκολο έργο να επιβληθεί και να ελέγξει μια κοινωνία όπλων, στην οποία εκδηλώνονταν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε δύο αλλόθρησκες κοινότητες. Η πολιτική της χωρίς διακρίσεων διοίκησης του νομού, αφενός δεν εξασφάλιζε μια πειθαρχημένη συμπεριφορά χριστιανών και μουσουλμάνων, αφετέρου δεν συμφωνούσε με την πάγια πολιτική πρακτική του ρωσικού στρατού κατοχής να προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τους χριστιανούς κατοίκους του νομού. Ο σταθερός προσανατολισμός της πολιτικής διοίκησης προς τους ομόδοξους χριστιανούς Κρήτες σε βάρος της οθωμανικής κοινότητας της πόλης μπορεί να μην αποκαλυπτόταν άμεσα στις «ημερήσιες Διατάξεις», στα επίσημα κείμενα και στις διακηρύξεις προς το ντόπιο πληθυσμό, όμως, υπήρξε ο κεντρικός άξονας των περισσότερων διοικητικών μέτρων, κάθε εκδήλωσης και επέμβασης του ρωσικού στρατού. Η γενικότερη υποστήριξη των ομόδοξων Ρώσων προς τους Χριστιανούς κατοίκους, αν και οι τελευταίοι αποτελούσαν τη μειοψηφία του πληθυσμού του αστικού χώρου (με την απογραφή του 1900 υπήρχαν στην πόλη 5575 Μουσουλμάνοι και 3717 Χριστιανοί)[17] εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, από το Μάιο του 1897. Τότε, στις 19 Μαΐου, ο διοικητής Χιόστακ, ο υποπρόξενος της Ρωσίας Γεώργιος Ιωσήφ Χατζηγρηγοράκης αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τον πρώτο-από τους συνολικά, μέχρι τις 31 Ιουλίου 1897, επτά -στρατιωτικό περίπατο με σκοπό να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του επαναστατημένου χριστιανικού πληθυσμού και να τον πείσουν να δεχτεί την αυτονομία. Σε κάθε χωριό της πορείας οι Ρώσοι επισκέπτονταν τις βεβηλωμένες και καμένες εκκλησίες, παρουσία του ντόπιου πληθυσμού, που ζητωκραύγαζε υπέρ της Α. Α. Μ. του Νικολάου Β΄.[18] Έγινε, λοιπόν φανερό για τον πληθυσμό της κατεστραμμένης ενδοχώρας ότι μπορούσε να στηριχτεί στην Ορθόδοξη Ρωσία, γεγονός που επέδρασε άμεσα, αφενός στην αποδοχή της αυτονομίας και αφετέρου στη χωρίς αντιδράσεις δημιουργία ενός συγκεντρωτικού διοικητικού συστήματος διαχείρισης των πηγών πλουτισμού.

  

 

 


[1] Για τις πριν την 25η αυγούστου 1898 δυνάμεις των κατοχικών στρατευμάτων Αγγλίας , Γαλλίας , Ρωσίας , Ministere des Affaires Etrangeres , Documents Diplomatiques , Affaires D’Orient, Autonomie Gretoise , Janvier-Octobre 1898 , Paris Imprimerie Nationale , M.DCCC XCVIII , No69 , p.46,οι Ρώσοι διέθεταν δύναμη 1620 ανδρών .

[2] Μιχάλης Τρούλης , Ρωσικοί στρατιωτικοί περίπατοι στο Ρέθυμνο(19 Μαίου – 31 Ιουλίου) , ανάτυπο από το διεθνές επιστημονικό συνέδριο,Η τελευταία φάση του Κρητικού Ζητημάτος , Ηρακλειο ,21-23 Αυγούστου 1998,σ.2

[3] Εμμανουήλ Ζαμπετάκη , Οι Ρώσοι στην Κρήτη ,Κρητικά Χρονικά , τχ.18(1964), σ.60-61.Είναι γνωστός ο ρόλος  της Ορθοδοξίας ως «Δουρείου Ίππου» ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

[4] Henri Courturier , Η Κρήτη,η θέσις αυτής εξ απόψεως του Διεθνούς Δικαίου,κατά μετάφρασιν αρχιμ.Τιμοθέου Βενέρη ,καθηγητού,Ηράκλειον1912,σ.188-191

[5] Affaires D’Orient,ό.π,Νο144,σ.97

[6] Ημερησίαι Διατάξεις, Πολιτική Διοίκησις και Οικονομική Δικαιοδοσία του Τμήματος Ρεθύμνης, εν Ρεθύμνη, τύποις Στ.Καλαϊτζάκη, 1899, 5 τόμοι, Ημερ. Διάταξις αριθ.177 (12 Ιουλίου 1899).

[7] Ζαμπετάκης , 1964, ό.π.,  σ.87.

[8]Μαρία Τσιριμονάκη, Εν Ρεθύμνω. Αφηγήματα, Ρέθυμνο 1997, σ.80-81. 

[9] Επιθεώρησις, εφημερίς πολιτική, κοινωνική,εμπορική και των ειδήσεων, εκδίδεται κατά Σάββατον, υπεύθυνος εκδότης: Γ. Παπαδόπετρος, Διευθ. και Συντάκτης, Θ . Γ. Παπαδάκης, 10 Φεβρουαρίου 1902.

[10] Επιθεώρησις, 27 Απριλίου 1902, Κρητική εφημερίς, υπεύθυνος και συντάκτης, Στυλ. Κωστογιάννη, 8 Δεκεμβρίου 1901.

[11] Επιθεώρησις, 27 Απριλίου 1902.

[12] Τσιριμονάκη, 1997, ό.π., σ.45.

[13] Επιθεώρησις, 27 Απριλίου 1902.

[14] Επιθεώρησις, 28 Αυγούστου 1905, άρθρο με τίτλο «τί είναι δι’ ημάς οι Ρώσσοι;».

[15] Κρητική Εφημερίς 15 Σεπτεμβρίου 1901 & 25 Μαΐου 1902. Επιθεώρησις, 26 Ιανουαρίου 1901

[16] Ενδεικτικά, Επιθεώρησις, 31 Μαρτίου 1902, 4 Μαΐου 1902, 9 Σεπτεμβρίου 1902. Κρητική Εφημερίς, 8 Δεκεμβρίου 1901, 23 Φεβρουαρίου 1902. Γενικά για τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-1905 και την ρωσική Επανάσταση του 1905, Nicholas V. Riasanovsky, A History of Russia, Oxford University Press, 1977, σ. 444-453.

[17] Ευγενία Μπουρνόβα, Εξέλιξη του πληθυσμού, Ρέθυμνο 1898-1913. Από την Αυτονομία στην Ένωση, επετειακή έκδοση Δήμου Ρεθύμνης, 1898.

[18] Τρούλης, 1998, ό.π.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement