Του Βάιου Ντάφου
sine diabolo nullus dominus
Ήταν αργά τη νύχτα, μισή ώρα αφότου είχε φύγει από τη συνηθισμένη του γωνία, στο συνηθισμένο στενό της συνηθισμένης πόλης όπου ζούσε και εργαζόταν τα συνηθισμένα πλέον τελευταία τρία χρόνια. Είχε αφήσει τη λευκή στολή του μίμου, το σκουφάκι και το μακιγιάζ στο διπλανό ανθοπωλείο. Θα πήγαινε όπως κάθε μέρα λίγο νωρίτερα και θα ετοιμαζόταν. Προς το παρόν είχε άλλα σχέδια. Επέστρεφε πάντα από τη πιο δύσβατη και σιωπηλή διαδρομή, ποτέ από τους δρόμους με τα φώτα. Προχωρούσε μες στη νύχτα και σκεφτόταν, πάντα σκεφτόταν. Πότε δεν ανέλυε όσα πραγματικά αισθανόταν. Τέτοιες ώρες όμως οι ανομολόγητοι πόθοι και τα ανεξέλεγκτα πάθη έκαναν παιχνίδι στη δική τους τη μεριά και τον εξόντωναν. Τα μάτια του φώτιζαν όλο το σκοτεινό τετράγωνο λες και το πάθος της ψυχής ζητούσε επιμόνως να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της προσοχής αλλά και μια επιθυμία να αναγνωριστεί επιτέλους η αξία του. Άρχισε να τρέχει, το σκοτάδι γινόταν ένα πάνω του, τον τύλιγε με φροντίδα και προστάτευε το κορμί του, τον βύθιζε στη δίνη του.
Ξαφνικά την είδε. Ήταν καθισμένη στο πεζοδρόμιο απέναντι από το στενό από το οποίο ο ίδιος επέστρεφε. Μιλούσε στο τηλέφωνο. Είχε κατάμαυρα μακριά μαλλιά και ολόλευκο δέρμα. Την είχε ξαναδεί και την παρατηρούσε. Τον εξόργιζε όμως σε καθημερινή βάση, είχε πάνω της τα δύο πράγματα που δεν άντεχε περισσότερο στους ανθρώπους. Την ρηχότητα και την αδικία. Πλησίασε σχεδόν αθόρυβα πίσω της και έσφιξε με τα μακριά του δάχτυλα το λαιμό της. Του πήρε μόλις πέντε λεπτά. Τα μάτια της έκαναν έντονες κινήσεις παράκλησης για σωτηρία, διακριτικά άλλαζαν και απόχρωση και λίγο μετά σαν τρομαγμένα σπουργίτια χάθηκαν στον ορίζοντα που ο ίδιος είχε επιβάλλει. Δεν σταμάτησε σε όλη τι διαδικασία να κοιτάει τα μάτια της. Λίγο μετά, έπλυνε τα χέρια του στη διπλανή βρύση, έφτιαξε την γαλάζια μπλούζα και με χαλαρό βηματισμό βγήκε στο φως. Σε δέκα λεπτά βρισκόταν στο σπίτι του.
Το επόμενο πρωινό τον βρήκε ξανά στην εργασία του. Ήταν Μίμος, ένα λευκό, ακούνητο, αμίλητο, άγαλμα που παρατηρούσε τους περαστικούς. Έκανε πάνω από δύο ώρες να βάψει το πρόσωπο του, άπλωνε τη λευκή μπογιά στα μάγουλα του, μετά με απαλές κινήσεις πάνω από τα μάτια, στο μέτωπο, λίγο πιο χαμηλά στο πιγούνι. Η λευκή παρουσία του ήταν σχεδόν έτοιμη. Του άρεσε κάπως αυτή η διαδικασία παρόλο που η παλέτα δεν ήταν κοντά στα χρώματα που ο ίδιος προτιμούσε, όμως ένιωθε σαν να ήταν η κρυψώνα του, αν και συχνά την αποκαλούσε ως τον καθρέφτη του. Μετά φορούσε το απαλό μεταξένιο ύφασμα που ήταν και αυτό στο χρώμα που μισούσε. Κάποιες φορές φορούσε κάτω από τη στολή παντελόνι τζιν φθαρμένο, άλλες φορές όχι. Ανάλογα με το τι θα διάταζαν τα σύννεφα. Κάνεις δεν του έδινε σημασία, ή όσοι τον παρατηρούσαν είτε τον φοβόταν ή απλά αδιαφορούσαν για αυτόν. Άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες μαζί του, άλλοι τον έβλεπαν και τρόμαζαν, άλλοι απλά συνέχιζαν την πορεία της. ο ίδιος όμως ζούσε για τη νύχτα και το σκοτάδι. Εκείνα περίμενε, για αυτά ανυπομονούσε.
Το συναισθηματικό του παρελθόν ήταν γεμάτο παγίδες και δαίμονες. Και αυτό που ο ίδιος ήξερε πολύ καλά, ήταν πως όσο τους κλείνεις στα σκοτεινά και απαραβίαστα ντουλάπια του μυαλού σου, τόσο θεριεύουν ερήμην σου. Στο μεγαλύτερο διάστημα που ήταν ζωντανός ποτέ δεν του άρεσε να προκαλεί ρήξεις και τσακωμούς, πάντα επέλεγε τη μέση οδό, την πιο εύκολη και διπλωματική λύση. Στις πιο σημαντικές στιγμές του κρίσης η αντίδραση του ήταν πάντα η ίδια. επέλεγε να ξεσπάσει στο σκοτεινό και μοναχικό του κρεβάτι, μακριά από τα βλέμματα όλων των υπολοίπων. Ίσως αυτή τελικά να ήταν η πηγή του κακού. Άθελα του έθρεψε ένα φοβισμένο αλλά πολύ σκοτεινό παιδί, ένα παιδί που μεγαλώνοντας πλήγωνε όσο έχει πληγωθεί το ίδιο, που έπρεπε να επιστρέψει το δηλητήριο και το θάνατο που είχε δεχτεί τόσο καιρό, αλλιώς θα πέθαινε .
Ώρες- ώρες αισθανόταν σαν το αρπακτικό που παραμονεύει το θήραμα του, την ζουμερή και απροστάτευτη αντιλόπη. Επίθεση. Για μια ακόμη φορά έσφιξε το λευκό λαιμό του θύματος του, μια ανυπεράσπιστη, χοντρούλα, μέσης ηλικίας. Ποιος ξέρει γιατί κυκλοφορούσε τόσο αργά τη νύχτα στη πόλη; Το παρουσιαστικό της, το βλέμμα της δεν μαρτυρούσε κάποια δεύτερη, μυστική ζωή. Δεν τον ένοιαξε όμως αυτό, ο στόχος του πραγματοποιήθηκε. Η κυρία με την καφέ τσάντα και το μπεζ γουνάκι έγινε εξώφυλλο των τοπικών εφημερίδων το επόμενο πρωί. Τα μάτια της κατά τη διάρκεια του φόνου, δεν άλλαξαν ούτε μια στιγμή προορισμό, κοιτούσαν προς το φωτεινό, απομακρυσμένο κεντρικό δρόμο που μάταια ήλπιζε πως θα ήταν η σωτηρία της. Δεν την άκουσε ούτε την είδε κανείς.
Την επόμενη μέρα πάλι δούλευε ως μίμος. Αντιμέτωπος ξανά με την αδιαφορία, τα γέλια, το φόβο των περαστικών. Σήμερα είχε συμβεί και ένα ατυχές γεγονός αλλά που του προξένησε το ενδιαφέρον. Ένα μικρό αγοράκι, μόλις 5 χρονών ήρθε κατά πάνω του και του τραβούσε το λευκό του πανωφόρι. Τον κοίταξε κατάματα χωρίς φόβο, αδιαφορία, γέλια. Μόνο με την αύρα της συναισθηματικής θαλπωρής και ασφάλειας που τόσο είχε ανάγκη. Μόνο για εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως ήταν ικανός να αντέξει όλες τις κακουχίες και τα πάνδεινα του σκοτεινού κόσμου από τον οποίο προερχόταν. Τελικά η μόνη ασφάλεια είναι να βρίσκεσαι στο σπίτι σου, αλλά σπίτι σου είναι εκεί που η καρδιά σου μπορεί να χτυπάει ελεύθερα. Εκείνη την ημέρα έφυγε νωρίτερα από τη δουλεία του, για μια εβδομάδα και παραπάνω δεν βγήκε από το σπίτι του, και η πόλη άρχισε να κοιμάται καλύτερα.
Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τα λευκά σφαγμένα περιστέρια, δίπλα στα νεκρά κορμιά. Σε κάθε περίπτωση, ήταν εκεί. Στη νεαρή κοπέλα, στη χοντρή κυρία.
Ο ήρωας μας ήταν ξαπλωμένος στη ξύλινη καρέκλα, περασμένα μεσάνυχτα.,. βούλιαζε στο σκοτάδι του.
«Ο Μικρός Πρίγκιπας του μαγεμένου δάσους, ξαφνιάστηκε. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του λευκό περιστέρι. Το μικρό πουλάκι, αφού έκανε κύκλους από πάνω του, έπειτα στάθηκε εμπρός του, πλάι στη ξύλινη καρέκλα και του σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπο . Έπειτα εξαφανίστηκε. Ο Μικρός πρίγκιπας, κοιμήθηκε πιο ήρεμος από ποτέ.»
Σηκώθηκε, πάντα θυμόταν αυτό το παραμύθι. Ήταν το πρώτο που έμαθε. Ήταν ταραγμένος. Έπρεπε να βγει έξω, να πάρει καθαρό αέρα. φόρεσε γρήγορα το μαύρο μπουφάν του, και τράβηξε προς τη θάλασσα. Ότι ήταν κλεισμένο στα σκοτάδια, άρχισε να αποκτά ξανά δύναμη και πρωτοβουλία. Τον διατάζει να τον υπακούσει, να του υποταχτεί.
Ο νεαρός άνδρας που ήταν στη παραλία ολομόναχος είχε απαρνηθεί τη ζωή του, είχε φύγει μακριά από τον μοναδικό έρωτα της ζωής του. Έβριζε τη σκληρή ζωή. Μονολογούσε στη θάλασσα τα μυστικά του και ο ήρωας μας τον άκουγε από την αρχή μέχρι το τέλος. Τον πλησίασε και του έσφιξε δυνατά το λαιμό. Τα μάτια του, ήταν ανέκφραστα και παραδομένα. « η ζωή δεν είναι σκληρή ούτε εύκολη. Είναι απλά ζωή. Όλα είναι αποτέλεσμα των δικών σου αποφάσεων.» του είπε. Το επόμενο πρωί όλοι μιλούσαν για το νεκρό φοιτητή με τις αδιευκρίνιστες συνθήκες θανάτου. Το νεκρό λευκό περιστέρι που βρέθηκε δίπλα του παρέμενε για όλους ένα άλυτο μυστήριο.
Η επόμενη μέρα στη δουλειά ήταν πολύ περίεργη. Είδε ξανά το μικρό αγοράκι, μόνο που αυτή τι φορά έκλαιγε. Τα γόνατα του ήταν δαρμένα. Οι γονείς του μάλλον δεν ήταν εκεί. Πλησίασε το μίμο και σκούπισε το αίμα πάνω στο λευκό του πανωφόρι. Μετά ήρθε μια αυστηρή φιγούρα και του φώναξε πως ενοχλεί το κύριο που δουλεύει, οπότε το απομάκρυνε διακριτικά.
Παραιτήθηκε από τη δουλειά του, οι φόνοι αμέτρητοι πλέον. Μετά από πολύ καιρό, κοίταξε τον εαυτό του στο καθρέφτη. Ήταν πολύ όμορφος, είχε τα γενέθλια του σήμερα. Έκλεινε τα 25 και δεν είχε καμία τρίχα στα καστανά του μαλλιά παρόλο που ήταν τόσο αγχώδης τύπος. Την προηγούμενη φορά ξέχασε να πληρώσει τους λογαριασμούς και μόνο που δεν είχε λιποθυμήσει. Σταμάτησε όμως να παρατηρεί τον εαυτό του. Όταν το έκανε αυτό μεσημεριάτικα ήξερε πως δεν θα του έβγαινε σε καλό.
Έκλεισε τα φώτα, τα παντζούρια και τότε ναι. Ξεκάθαρα αντιλήφθηκε. Ο σατανάς απέναντι του, ο φονιάς είχε την εμφάνιση του, έκλεβε τα λόγια του, τα ρούχα του, τις γνώμες του για τη ζωή. Ο εχθρός του τελικά ήταν ο πιο επιτήδειος κλέφτης. Αλλά δεν το κοιτούσε με τρόμο, αλλά κατάματα τόσο που ο καθρέφτης ήταν στο τσακ για να ραγίσει.
Τράβηξε πως τη θάλασσα, στα χέρια του είχε φωτογραφίες από ότι τον είχε σημαδέψει. Χωρίς πολλές περιστροφές έπεσε στα βαθιά. Αλλά κανείς δεν έμαθε τι του συνέβη. Το είχαν κρύψει ένα σμήνος λευκά περιστέρια. Αλλά από τότε οι ανεξήγητες δολοφονίες σταμάτησαν.
6 ώρες νωρίτερα
«Γεια σου μικρέ μου φίλε»
« Γεια σου»
« Ελπίζω να είναι καλύτερα το πόδι σου, εγώ είμαι ο μίμος»
« Ναι καλύτερα είναι αλλά νιώθω μοναξιά, σήμερα είναι τα γενέθλια μου και δεν με θυμήθηκε κανείς»
«Μην φοβάσαι για αυτό θα σου πω μια ιστορία που θα ναι για σένα η καλύτερη ευχή, έτσι να ζεις»
« Ναι πες μου»
« Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα αγοράκι που ήταν πρίγκιπας σε μια χώρα μακρινή. Ήθελε τόσο πολύ να αγαπάει και τον αγαπούν. Ρωτούσε τα ζώα, τους ανθρώπους και τα φύλλα « εσύ μπορείς να με αγαπάς;». Όμως όλα γελούσαν, κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά ή του απαντούσαν πως δεν ξέρουν τι σημαίνει να αγαπάς. Ώσπου μια μέρα γνώρισε ένα μικρό παράξενο πλάσμα που ήταν πληγωμένο. «δεν έχω καρδιά του είπε, μου την κλέψανε και μου χτύπησαν τα φτερά μου, δεν μπορώ να περπατήσω και όλο κλαίω.» Δεν πειράζει είπε ο μικρός πρίγκιπας. «θα σου δώσω τη δική μου τη καρδιά, θα σε μάθω εγώ να περπατάς ξανά και αν χρειαστεί θα σε αγκαλιάζω τα βράδια να μην κρυώνεις. Και έτσι θα είμαστε φίλοι, και θα σου κλέβω τα ρούχα. Δεν θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, θα είμαστε εμείς.»
« Τι υπέροχο παραμύθι»
« Να και το δώρο μου για σένα»
« Ένα λευκό ολοζώντανο περιστέρι για μένα; Μα πως θα το φωνάζω;»
« Το όνομα του είναι Αγάπη»
«Πολλές φορές, κάποια κείμενα τα γράφεις για άλλους λόγους από αυτούς που τελικά τα δημοσιεύεις. Αλλάζουν τα συναισθήματα τους, ίσως αλλάζει η ιστορία τους, όμως σίγουρα δεν αλλάζει ο στόχος, ο σκοπός τους και αυτό για το οποίο είναι προορισμένα. » Βου-Ντου